σαρκοδακής

-ές, Α
(ποιητ.) αυτός που δαγκώνει ή και τρώγει σάρκες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + -δακής (< δάκος, τὸ < δάκνω «δαγκώνω»), πρβλ. θυμο-δακής, λαιμο-δακής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαρκοδακῆ — σαρκοδακής biting neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) σαρκοδακής biting masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) σαρκοδακής biting masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκος — Δίπτερο έντομο της οικογένειας των μυιιδών. Μοιάζει με την κοινή μύγα και αποτελεί τον πιο καταστρεπτικό και δυσεξόντωτο εχθρό της ελιάς. Ζει και πολλαπλασιάζεται κυρίως στις παραθαλάσσιες χώρες της Μεσογείου, κατά μήκος της ζώνης της ελιάς. Έχει …   Dictionary of Greek

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.